ἀθήρ

ἀθήρ, -έρος
Grammatical information: m.
Meaning: `awn, pl. chaff, barb of a weapon, spine or prickle of a fish', also `the edge of a weapon' (Hes.),
Other forms: With a nasal: ἀνθέριξ, -ικος m. = ἀθήρ, `ear' (Il.), ἀνθέρικος m. `stalk of asphodel, asphodel-plant' (Hp.). With -εών: ἀνθερεών, -ῶνος m. `chin' (Il.)?. From *ἀνθερο- (Bechtel Lex. s. ἀνθερεών, Krogmann Glotta 23, 220ff.) as `hervorragend'.
Compounds: ἀθηρηλοιγός `winnowing-fan' (from `consumer of chaff'); Od. λ 128 = δ 275); the η's surprise.
Derivatives: ἀθερίνη f., -ῖνος m. `kind of smelt, Atherina hepsetus' (Arist.), cf. Chantr. Form. 204, Thompson Fishes s. v.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably] [41]
Etymology: No etym. IE ablaut *andh- : *n̥dh- is impossible as the (correct) forms *h₂(e)ndh- would both give Gr. ἀνθ-. The nasalized forms could be due to folk-etym., but rather point to Pre-Greek prenasalization. Fur. 296 further adduces ἀνθερίσκος = ἀνθερικ- with σκ\/κ; perhaps also ἄνθρυσκον \/ ἐ-, q.v. Not to Lat. ador because of the meaning and because this belongs to Iran. ādu, Goth. atisk, Szemerényi Studi Pisani 2, 958f. (The word has nothing to do with ἀνθρήνη, ἀνθρηδών, ἄνθρωπος.)
Page in Frisk: 1,28

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀθήρ — awn masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αθήρ — Όρος της βοτανικής που σημαίνει την προέκταση των ειδικών παρανθίων ή λεπύρων των αγρωστωδών, το άγανο (η βελονωτή απόφυση) του σταχυού. Η λέξη α. χρησημοποιείται και μεταφορικά για να δηλώσει το λεπτότερο και εκλεκτότερο μέρος κάθε πράγματος,… …   Dictionary of Greek

  • ἀθέρα — ἀθήρ awn masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθέρας — ἀθήρ awn masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθέρες — ἀθήρ awn masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθέρι — ἀθήρ awn masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθέρος — ἀθήρ awn masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀθέρων — ἀθήρ awn masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αθέρας — I Μυθολογικό πρόσωπο. Ο ένας από τους δύο Αργείους που τίμησαν τη θεά Δήμητρα όταν, κατά τη μυθολογία, έφτασε στην Αργολίδα, αναζητώντας την κόρη της Περσεφόνη, που είχε αρπαγεί από τον Πλούτωνα. Ο άλλος Αργείος λεγόταν Μύσιος. Στο ιερό που… …   Dictionary of Greek

  • ATHERA — Aegyptiorum Monachorum pulmentum fuit, descriptum Cassiano Collat. 15. c. 10. Hesychio ἀθήρα seu ἀθάρα, edulium est ex tritico et lacte confectum Aegyptiis. Plin. l. 22. c. 25. et Dioscorides l. 2. c. 114. medicamentum fuisse dicunt, pulticulam… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Αθερίνα — Βλ. λ. αθερινίδες. * * * η Ζωολ. γένος μικρών θαλάσσιων ψαριών τής οικογένειας Atherinidae τής τάξης τών Αθερινόμορφων*. Είναι επίσης γνωστά και με τα κοινά ονόματα αθερινός, αθερίνος, αθερίνη, αθυρνός, θερίνα, θερινός, σουβλί και σουβλίτης.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.